Συνέντευξη / Κωνσταντίνος Βήτα: «Ένας άνθρωπος που νιώθει πως βυθίζεται προσπαθεί να ανέβει στην επιφάνεια για να αναπνεύσει»

Κωνσταντίνος Βήτα
Κωνσταντίνος Βήτα

Ιδιαίτερος, γλυκός και ευαίσθητος. Καλλιτέχνης με όλη τη σημασία της λέξης, φροντίζει να μην επαναπαύεται ποτέ και να δημιουργεί διαρκώς μουσικές εικόνες. Από τους Στέρεο Νόβα μέχρι την ξεχωριστή πορεία στη μουσική και από τις συνεργασίες με την Πόπη Αστεριάδη και την Δήμητρα Γαλάνη μέχρι τους προσωπικούς πειραματισμούς και τα ρίσκα που τον καθόρισαν. Φέτος επέστρεψε δισκογραφικά με το άλμπουμ Ομόνοια’, προσπαθώντας για ακόμη μια φορά να αποτυπώσει με τον δικό του τρόπο το στίγμα του για ό,τι συμβαίνει γύρω του και τον απασχολεί. Ο σπουδαίος εκπρόσωπος της ηλεκτρονικής μουσικής στον ελληνικό χώρο, Κωνσταντίνος Βήτα, μιλάει στο StraightOnMusic.

-Τι σημαίνει για εσάς η μουσική;
Δεν θεωρώ τον εαυτό μου μουσικό. Γράφω μουσική γιατί μου αρέσουν τα κομπιούτερ και τα συνθεσάιζερ, πιο πολύ μου αρέσει να πειραματίζομαι και αν κάτι μου αρέσει το συνεχίζω. Κάποιες φορές βρίσκω την απάντηση όταν τελειώνει ένα κομμάτι μουσικής ή ένα τραγούδι, έχω την εντύπωση δηλαδή πως είναι εντάξει. Μέσα στις δεκαετίες αλλάζει διαρκώς και η μορφή της στην ύλη, δηλαδή από βινύλιο σε ψηφιακό και μετά σε πλατφόρμες του Ίντερνετ, όπου δεν καταλαβαίνεις πια πού απευθύνεται ή τι συμβαίνει ακριβώς. Σίγουρα η μουσική, όπως και πολλά άλλα είδη, βρίσκεται στην μεγαλύτερη κρίση λόγω της παγκοσμιοποίησης. Φτιάχνω μουσική μέσα από γεννήτριες  και συνθεσάιζερ πολλά χρόνια τώρα και έχω μια συμπάθεια στις μηχανές αυτές. Μου αρέσει ο αναλογικός ήχος των συνθεσάιζερ, οι αλλοιώσεις, οι παράμετροι ενός ήχου. Επίσης, δημιουργώ ήχους δικούς μου προτού ξεκινήσω ένα άλμπουμ. Αληθινά, όμως, δεν μπορώ μέσα μου να προσδιορίσω την μουσική, να την εντοπίσω. Προτιμώ να πάω για τσιγάρα, να φτιάξω καφέ… την αντιλαμβάνομαι μέσα από την ζωγραφική πιο καλύτερα. Κάποιες φορές όταν την ακούω…

-Τι αποκομίσατε από τις μουσικές σας σπουδές;
Σπούδασα Ζωγραφική και Ιστορία της Τέχνης στην Μελβούρνη. Έρχομαι στην μουσική μέσα από τα Εικαστικά κατά κάποιον τρόπο. Μικρός, μέχρι και 15 χρονών, σπούδασα κλασσική κιθάρα στο Ωδείο Αθηνών και έκανα μαθήματα Θεωρίας και Αρμονίας. Έφηβος, όμως, ήμουν δυσλεξικός και αντιμετώπισα πολλά προβλήματα παντού, αφομοίωνα με πολύ αργούς ρυθμούς, καταλάβαινα και αγαπούσα την μουσική αλλά είχα προβλήματα με τους καθηγητές. Με τη ζωγραφική αισθανόμουν ελεύθερος . Στο πανεπιστήμιο όλοι μου οι φίλοι ήταν μουσικοί και κατά περίεργο τρόπο εκεί ξανάπιασα την ακουστική κιθάρα για να μάθω τις τεχνικές των ανοιχτών ακόρντων που ήταν πολύ μόδα στην φολκ μουσική. Πήγαινα σε συναυλίες κλασικής και σύγχρονης μουσικής πολύ συχνά, όπως και σε συναυλίες ποπ μουσικής. Εκείνο τον καιρό φλέρταρα με τα αναλογικά συνθεσάιζερ που υπήρχαν σε ένα στούντιο στη Σχολή. Άρχισα να δείχνω ενδιαφέρον ξανά για την μουσική, αλλά τίποτε ιδιαίτερο. Βασικά δεν ήξερα τι θέλω να κάνω και πάντα αυτό για μένα είναι ένα θέμα. Κυρίως με ενδιέφερε να βρω ποια είναι η αλήθεια σε αυτά που συμβαίνουν και υπάρχουν γύρω μου, δεν με ενδιέφεραν οι γνώσεις ιδιαίτερα, όσο το πώς αντιλαμβάνομαι τον κόσμο μέσα μου. Στα 22 έβρισκα καταφύγιο στην κλασική και σύγχρονη λογοτεχνία, διάβαζα και συνεχίζω να διαβάζω ακόμα. Ήταν διαφορετικές εποχές το ’80 σε σχέση με σήμερα.

-Ποιες είναι οι μουσικές επιρροές που σας χαρακτηρίζουν ως καλλιτέχνη;
Eno, Bela Bartoc, Dmitri Shostakovich, Pat Martino, Mary Lou Williams, Chic, Kraftwek, Weather Report, Joni Mitchell, Satie, Bert Jansch, Μάνος Χατζιδάκις… Αυτοί κυρίως είναι οι πιο αγαπημένοι μου, εννοώ ότι με ενδιέφεραν στον τρόπο που ενορχήστρωναν και αντιλαμβάνονταν την μουσική, τον κόσμο γενικότερα. Νέος δεν σκέφτηκα ποτέ ότι μπορεί να ασχοληθώ με τη μουσική, δεν μου άρεσαν ιδιαίτερα οι μουσικοί. Σκέφτηκα πως ήθελα να ασχοληθώ με τη σύνθεση στα 28 μου, όταν δούλευα στα γραφεία του Penthouse και σε μια νυχτερινή βάρδια χάλασε το φωτοτυπικό μηχάνημα. Αυτός ο ήχος με έκανε να ασχοληθώ από την επόμενη μέρα με την ηλεκτρονική μουσική. Αυτός ο ήχος και το άλμπουμ των Public EnemyIt Takes A Nation Of Millions To Hold Us Back’. Το πρώτο μου demo ήταν ένα τραγούδι που είχε τον τίτλο Κόκκινοι Ευκάλυπτοι’ και το δεύτερο ήταν το Κλεμμένο Ποδήλατο’ μια σύνθεση που μπήκε στο πρώτο άλμπουμ των Στέρεο Νόβα.

-Ως μέλος των Στέρεο Νόβα συνυπήρξατε με τον Μιχάλη Δέλτα και τον Αντώνη Πι. Τι είδους πλεονεκτήματα και τι είδους μειονεκτήματα έχει η συνεργασία μαζί με άλλους ανθρώπους;
Ήταν μια ωραία εποχή, αλλά και πολύ δύσκολη, γιατί και οι τρεις μας είχαμε πολλή αγάπη για αυτό που κάναμε, αλλά ταυτόχρονα μεγαλώναμε και κάποια στιγμή αποφασίσαμε να το σταματήσουμε αφού δημιουργήσαμε 5 άλμπουμ και αφήσαμε στη μέση ένα δισκογραφικό συμβόλαιο που έφερε τεράστια προβλήματα στην πορεία μας και τις οικονομικές απολαβές. Ήταν δύσκολες εποχές. Δεν ήταν εύκολο να είσαι σε ένα συγκρότημα που βγαίνει στη σκηνή με κουτιά την εποχή που όλοι έκαναν συναυλίες με κιθάρες, μπάσα, πιάνα, βιολιά και ντραμς. Για μένα ήταν φυσιολογικό ένα γκρουπ να διαλύεται, δεν κρατάνε πολύ αυτά. Μου πήρε χρόνο για να ηρεμήσω και να ξαναδώ ποιος είμαι. Είχα εκτεθεί μέσα από όλα αυτά,  δεν ήμουν εξοικειωμένος στην έκθεση. Τα επόμενα χρόνια ήταν τα πιο δύσκολα της ζωής μου. Δεν ήξερα ποιος ήμουν, δεν ήθελα να ακούω μουσική… Ήμουν απογοητευμένος από όλα, δεν με ενδιέφερε τίποτε. Κλείστηκα σε ένα γυάλινο κώδωνα. Στη συνέχεια έκανα ένα άλμπουμ για την Πόπη Αστεριάδη που μου άρεσε πολύ και ένα ακόμη για την Δήμητρα Γαλάνη με τον τίτλο Μετά’. Ήταν ένα μεταβατικό άλμπουμ και για τους δύο μας. Έπειτα, έγραψα ένα πειραματικό ηλεκτρονικό άλμπουμ, την Σούπερ Στέλλα’ που ήταν δισκογραφικά άτυχο και αυτό με έριξε ακόμα πιο βαθιά στην απόγνωση. Το μόνο που θυμάμαι ήταν ότι είχα ένα παλιό αμάξι και οδηγούσα ασταμάτητα χωρίς να ξέρω πού πηγαίνω. Κάποιες φορές κοιμόμουν σε αυτό. Έμεινα για ένα διάστημα στη νότια Ισπανία σε κάτι χωριά μόνος μου.

-Θεωρείτε πιο δύσκολη την πορεία σας ξεχωριστά ως καλλιτέχνη;
Θα έβαζα την λέξη πιο συνειδητή και όχι δύσκολη. Είχα ωριμάσει μέσα από τα γεγονότα και άρχισα να αισθάνομαι πιο ελεύθερος και συνειδητός όσον αφορά τον τρόπο που ήθελα να εκφραστώ μέσα από την μουσική. Άρχισα να αγαπώ και να σέβομαι τον εαυτό μου, ήμουν πιο ειλικρινής με αυτό που ήθελα να κάνω και ξαναβρήκα την σύνθεση μέσα από μια πιο βιωματική και εσωτερική προσέγγιση. Από το άλμπουμ Για Σένα Με Αγάπη’ του 2002, άρχισα τη νέα μου πορεία και αισθανόμουν πιο δυνατός. Υπάρχει μια φράση του ποιητή Κώστα Καρυωτάκη που λέει «Όλα έπρεπε να ‘ρθουν καθώς ήρθαν»… Μιλά για την νομοτέλεια, να αποδεχθείς αυτό που τελικά είσαι μέσα στο σχέδιο. Η καθημερινότητα είναι ένας αγώνας για επιβίωση. Για όλα χρειάζεται σθένος, θέληση, παρρησία, μακροθυμία. Αυτά είναι και τα συστατικά της δημιουργίας νομίζω, της ζωής. Ένα μεγάλο μέρος της ηλεκτρονικής μουσικής την φτιάχνουν άνθρωποι που δεν ξέρουν μουσική και δεν θεωρούν τον εαυτό τους μουσικό. Πολλές φορές έχω νιώσει πως δεν ξέρω τι κάνω στην μουσική και αυτό μου δίνει περισσότερη ελευθερία.

-Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση στη μουσική σας σταδιοδρομία;
Δεν νομίζω να μου έχει συμβεί κάτι τέτοιο εκτός και αν δεν το πρόσεξα.

-Έχετε ασχοληθεί με τη μουσική, τον στίχο, την ποίηση, τη δημοσιογραφία. Ξεχωρίζετε κάποια ιδιότητα μέσα σας;
Με καμία από αυτές τις ιδιότητες δεν αισθάνομαι οικείος, νιώθω ότι είναι άγνωστες μέσα μου. Με την μουσική ταυτίζομαι περισσότερο γιατί μου έχουν πει πως αφού κάνεις συναυλίες είσαι μουσικός, δεν μπορείς να πεις ότι είσαι οδοντίατρος. Έτσι έχω εξοικειωθεί με αυτό. Επίσης ένα μηχάνημα δεν μπορείς να το πάρεις τόσο σοβαρά όσο ένα κλαρίνο.

-Ποια είναι η πιο αντιπροσωπευτική σας δουλειά;
Δεν μπορώ να σκεφτώ τώρα, νομίζω πως δεν έχω καταφέρει να κάνω το άλμπουμ που θα ήθελα να κάνω. Κάθε φορά προσπαθώ να προσεγγίσω κάτι, να φτιάξω κάτι ιδιαίτερο και νομίζω κάθε φορά είναι σαν ημιτελές. Όταν εκδίδω ένα άλμπουμ και ακούω τη μουσική μου λέω «μα αυτά τα τραγούδια δεν είναι ολοκληρωμένα». Ο χρόνος δεν είναι με το μέρος μου. Νιώθω πως κυνηγώ τη μουσική. Είναι όπως στα όνειρα, λέω «να τώρα θα πάω στη θάλασσα να ξεκουραστώ» και βρίσκομαι ξαφνικά στο διάδρομο ενός σούπερ μάρκετ όπου δεν υπάρχει έξοδος και μεταμορφώνομαι σε ζόμπι. Αυτή είναι ίσως και η σχέση μου με τη μουσική. Θα έλεγα πως προσπαθώ κάθε φορά να τελειώσω με ένα κεφάλαιο που με απασχολεί.

-Υπάρχουν αρκετοί επικριτές της ηλεκτρονικής μουσικής, θεωρώντας την ως μη γνήσια έκφραση λόγω της χρήσης ηλεκτρονικών μέσων κατά τη διαδικασία της σύνθεσης και της παραγωγής. Ποια είναι η τοποθέτησή σας σε αυτό;
Μπορεί αυτοί που το ισχυρίζονται αυτό να έχουν λάθος προτεραιότητες στη ζωή τους. Μπορεί να μην έχουν πλήρη αντίληψη για τον εαυτό τους και να βλέπουν το σώμα τους ή το σώμα κάποιου άλλου από μία πλευρά μόνο.

-Φέτος κυκλοφόρησε η νέα σας δισκογραφική δουλειά που τιτλοφορείται ως ‘Ομόνοια’. Πώς αισθάνεστε για αυτό το εγχείρημα;
Είναι ένας πίνακας για την αφασία της εποχής μας. Είναι σαν μία τηλεφωνήτρια που συνεχώς βάζει καλώδια και συνδέει τις γραμμές να νομίζει ταυτόχρονα πως είναι ηλεκτρολόγος. Είναι σαν να νομίζεις ότι ψεκάζεις μια κατσαρίδα αλλά στην πραγματικότητα ψεκάζεις το φαγητό σου. Αυτή ήταν η βασική ιδέα για την ‘Ομόνοια’. Νομίζω πως προσπάθησα να εκφράσω ένα μέρος αυτής της ιδέας που είχα. Ο τίτλος από το τραγούδι ‘Νόμιζα Πως Ξέρω’ είναι ενδεικτικός για το άλμπουμ αυτό, αλλά και για την κρίση που υπάρχει παντού σε κάθε επίπεδο γύρω μας. Συνήθως φτιάχνω μουσική όταν έχω την αίσθηση ότι κάτι λείπει μέσα σε αυτά που ακούω γύρω μου, δεν με ενδιαφέρει να πω ή να δημιουργήσω κάτι που είναι πολύ συνηθισμένο ή να επαναλάβω ένα ερωτικό τραγούδι που το έχουν πει άλλοι εκατό. Προσπαθώ μέσα από τις αντιθέσεις να προσδιορίσω την ‘Ομόνοια’. Αν δεν μπορώ να συνειδητοποιήσω και να κατανοήσω τις αντιθέσεις, δεν μπορώ να αντιληφθώ και την αρμονία σε κάθε επίπεδο.

-Γεννηθήκατε στη Μελβούρνη της Αυστραλίας από γονείς μετανάστες. Πώς ηχεί στα αυτιά σας η μεταναστευτική κρίση και τι επιπτώσεις έχει φέρει στη σημερινή ελληνική κοινωνία;
Ζούμε την εποχή της παγκοσμιοποίησης σε κάθε επίπεδο και η κρίση υπάρχει και στο τελευταίο χωριό της Αλάσκα. Έχω φίλους στο Σίδνεϊ που θέλουν να φύγουν από εκεί γιατί βρίσκουν αυτή τη χώρα λίγο αδιάφορη, δεν ξέρω τι να πω. Επίσης, φίλοι μου που αυτοί τη στιγμή βιώνουν το Brexit στο Λονδίνο, ψάχνουν να φύγουν για την Γερμανία ή την Ελλάδα ακόμα. Νομίζω πως ο κόσμος ψάχνει να βρει ένα ιδανικό μέρος, αλλά δεν υπάρχει κάτι τέτοιο σήμερα. Aς πούμε το μικρό σπίτι στο λιβάδι φαίνεται πως και αυτό βρίσκεται σε κρίση. Όσο για την ελληνική κοινωνία, βιώνει μια βαθιά κρίση σίγουρα αλλά δεν αισθάνομαι πως είμαι ο αρμόδιος για να εξηγήσω ένα τόσο μεγάλο οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα. Μέσα μου γνωρίζω και έχω άποψη, αλλά δεν μου αρέσει να την εκφράζω. Μιλώ για αυτά σε καφέ με φίλους και ανθρώπους που γνωρίζω.

-Βρισκόμαστε σε μια έντονη πολιτική και κοινωνική κρίση. Τι μπορεί να μας κάνει να αναδυθούμε από τον βυθό που βρισκόμαστε;
Ένας άνθρωπος που νιώθει πως βυθίζεται ανακτά όλες του τις δυνάμεις, τις ενεργοποιεί και προσπαθεί να ανέβει στην επιφάνεια για να αναπνεύσει. Νομίζω πως πρέπει να βρω τις δυνάμεις μου, να βρω τη θέληση, να ξεπαγώσω την συνείδησή μου, να ρωτήσω τι πρέπει να κάνω και κάπου θα με οδηγήσει η αναζήτησή μου πιστεύω.

-Τι είναι ο έρωτας;
Όταν δεν περιέχει ειλικρίνεια είναι κυρίως μια εστία θορύβου, σαν να σκίζει κάποιος σακούλες από τσιπς και ο άλλος να ρεύεται μηχανικά, σαν να μιμούνται οτιδήποτε δεν είναι ανθρώπινο.

-Τι είναι η έμπνευση;
Ξεκινά όταν αποδέχεσαι ότι μπορείς να αλλάξεις τα πάντα μέσα σου, να αποδεχθείς τις αλλαγές.

-Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας;
Μια κατσαρίδα στο νεροχύτη.

-Ποιο είναι το καταφύγιό σας;
Ένα ζεστό ντους.

-Τι συμβουλή θα δίνατε σε έναν νέο άνθρωπο για να κάνει τα όνειρά του πραγματικότητα;
Δεν ξέρω να δίνω συμβουλές.

-Τι σας έρχεται στο μυαλό όταν ακούτε το όνομα Κωνσταντίνος Βήτα;
Κάποιος που πέφτει από την οροφή και το μυαλό του είναι στο ταβάνι .

-Σας ευχαριστώ πολύ κύριε Βήτα για την επικοινωνία μας.
Και εγώ σε ευχαριστώ πολύ.