Συνέντευξη: Ο Νίκος Αντύπας είναι Straight On Music

Νίκος Αντύπας
Νίκος Αντύπας

Συνθέτης, μουσικός και ενορχηστρωτής. Πιστός υπηρέτης της μουσικής ο Νίκος Αντύπας, μέσω της οποίας έχει αποτυπώσει το δικό του στίγμα. Από τη δεκαετία του ’70 ως μέλος των Ιωνάθαν, των Sunset και των κορυφαίων Socrates, μέχρι σήμερα με τις συνεργασίες του με την Χαρούλα Αλεξίου, την Άλκηστη Πρωτοψάλτη, τον Γιώργο Νταλάρα και την Μαρινέλλα, φρόντιζε να είναι πάντοτε παρών. Σταθμοί στη καριέρα του αποτελούν ο δίσκος ‘Δι’ Ευχών’ και ‘Σαν Ηφαίστειο Που Ξυπνά’. Δίσκοι οι οποίοι υπογράφονται στιχουργικά από την Λίνα Νικολακοπούλου και έδωσαν μια διαφορετική πνοή στο έντεχνο τραγούδι σημαδεύοντάς το για τα καλά. Αυτή την εβδομάδα φιλοξενούμε στο StraightOnMusic τον σπουδαίο Νίκο Αντύπα.

-Έχετε υπάρξει ως ντράμερ σε σημαντικά συγκροτήματα της ελληνικής ροκ σκηνής. Στους Ιωνάθαν, στους Sunset αλλά και τους Socrates μαζί με τον Γιάννη Σπάθα και τον Αντώνη Τουρκογιώργη. Πώς θυμάστε εκείνη την εποχή  με τις μουσικές καινοτομίες που συνέβαιναν;

Στους Ιωνάθαν ήμουν για πολύ λίγο χρονικό διάστημα. Πήγαινα σχολείο ακόμα… Ασχολούμασταν με το progressive rock και κάναμε πειραματισμούς και όνειρα. Θυμάμαι το αντιπολεμικό κίνημα που είχε κυριεύσει τον πλανήτη! Για μας ήταν η ιδεολογική μας βάση και θέλαμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Στη συνέχεια πέρασα και από τους Sunset και από τους Socrates. Ο Σπάθας και ο Τουρκογιώργης είναι σταθμός στην καλλιτεχνική μου ζωή με σημαντική δισκογραφία και εμπειρίες στο εξωτερικό, με υψηλούς στόχους και προκλήσεις. Ήταν μοναδική εκείνη η εποχή, η εποχή της αθωότητας τόσο στην ελληνική όσο και στην ξένη μουσική σκηνή. Δε θα ξαναέρθουν τέτοιες εποχές και δε θα ξαναυπάρξουν καλλιτέχνες όπως ο Bob Dylan, ο Jimi Ηendrix, ο John Lennon και ο Mick Jagger. Σε μια εικοσαετία εμφανίστηκαν θηρία στη ροκ, στη τζαζ, στην ηλεκτρονική μουσική, σχεδόν σε όλα τα μουσικά είδη. Υπήρχε τρομερός μουσικός οργασμός. Η πιο φωτεινή στιγμή εκείνης της εποχής για μένα ήταν ο  Jimi Hendrix. Αυτός με επηρέασε βαθιά. Και έτσι ασχολήθηκα με την ροκ μουσική.

-Τι σας έκανε να ασχοληθείτε με τα ντραμς;

Αρχικά ήμουν κιθαρίστας. Στους Ιωνάθαν έπαιξα αναγκαστικά ντραμς γιατί δεν είχανε ντράμερ. Ξεκίνησα χωρίς να ξέρω τι ακριβώς είναι αυτό που με ωθεί να ασχοληθώ με  τη μουσική. Ψάχνοντας και δοκιμάζοντας όργανα, ανακάλυψα πράγματα – π.χ. το πόσο κοντά ήταν το ρεμπέτικο με το blues και τον ιδιαίτερο ρυθμό τους. Η κοσμοθεωρία μου άλλαζε και αναθεωρούσα πράγματα και άλλαζα πρότυπα κάθε εβδομάδα. Στα πρώτα επαγγελματικά μου χρόνια  έκανα συνεργασίες μόνο και μόνο για εμπειρίες ψάχνοντας μουσικούς ιδιαίτερους  και καινοτόμους, έχοντας πετάξει το άλλοθι του βιοπορισμού. Η πρόκληση της μαγείας του ρυθμού τελικά με κέρδισε και αυτό που με ενδιέφερε ήταν να γευτώ την διαδρομή της μουσικής με αυτό το όργανο…

-Ποια ήταν τα μουσικά σας ακούσματα;

Πολλά και διάφορα, τα περισσότερα γύρω από την ροκ. Ποτέ δεν άκουγα κάτι συγκεκριμένο για πολύ καιρό. Έψαχνα συνεχώς κάτι διαφορετικό, οπότε άκουγα πολλούς καλλιτέχνες. Μου άρεσαν  οι αληθινοί μουσικοί, οι σολίστες και οι καινοτόμοι καλλιτέχνες… Από ελληνική μουσική δεν είχα ακούσει πολλά πράγματα πέρα των Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Βαμβακάρη, που είχα ακούσματα απο μικρή ηλικία. Λίγο μετά τα 20 μου χρόνια, άκουσα περισσότερους συνθέτες και υπήρξε ένας που με άγγιξε κατευθείαν στην ψυχή. Αυτός ήταν ο Άκης Πάνου. Ο τελευταίος ρεμπέτης. Εξαιρετική δομή μελωδίας και δυνατός στίχος. Το τραγούδι  ‘Η Πιο Μεγάλη Ώρα’ είναι από τα μεγαλύτερα τραγούδια του και θεωρώ πως είναι στιχουργικά η πιο ωραία προσέγγιση στην ερωτική πράξη.

-Εκτός από μουσικός έχετε υπάρξει και ενορχηστρωτής. Τι σας δίδαξε η θητεία σας στην ενορχήστρωση;

Η ενορχήστρωση προέκυψε γιατί με τραβάει η διαμόρφωση και η αισθητική των ήχων… Αυτά τα δυο μαζί, δημιουργούν ηχοχρώματα… Η ενορχήστρωση αποτελεί το πασπαρτού που θα  “ξεκλειδώσει” και θα αναδείξει τα ιδιαίτερα σημεία της μελωδίας του τραγουδιού. Είμαι  αυστηρός και πολύ σχολαστικός με το θέμα αυτό. Η ενορχήστρωση θα μπορούσε να είναι και μια άλλη συνθετική προσέγγιση. Μιας και βρίσκομαι μουσικά με το ένα πόδι στην ανατολή και με το άλλο στη δύση, να αναφέρω οτι ενορχηστρωτικά με επηρέασαν μουσικοί και συνθέτες που διακρίθηκαν σε αυτό, ανεξαρτήτως μουσικού είδους. “Τραγούδι” θα ονόμαζα την οργανωμένη  προέκταση  αυτοσχεδιασμού, ο οποίος μου δίδαξε να απολαμβάνω την ευφορία των ήχων ώστε να λειτουργώ ενορχηστρωτικά.

-Ως συνθέτης εμφανίζεστε για πρώτη φορά το 1992 με τον δίσκο ‘Δι’ Ευχών’, σε στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου και ερμηνεία της Χάρις Αλεξίου. Δυνατή εμπειρία;

Το ‘Δι’ Ευχών’ ήταν  το αποτέλεσμα  περισυλλογής και νέων αναζητήσεων μακριά από την ελληνική πραγματικότητα. Ένας ειδικός δίσκος για την Αλεξίου, ο οποίος είχε το βλέμμα του στην διεθνή μουσική σκηνή. Ήταν ρίσκο και για την ίδια μιας και εκείνη την περίοδο προερχόταν από μεγάλες επιτυχίες και συνεργασίες. Όλα ξεκίνησαν στα μέσα της δεκαετίας του ’80, της ώριμης πλέον περιόδου, βλέποντας σημάδια που με έφερναν κοντά στο στόχο μου. Το 1991 κυκλοφόρησε ο δίσκος της Ελευθερίας Αρβανιτάκη ‘Μένω Εκτός’. Είχα αναλάβει την ενορχήστρωση. Στη διάρκεια παραγωγής του δίσκου αυτού, είχα φτιάξει ορισμένα από τα τραγούδια του ‘Δι’ Ευχών’, στα οποία έγραψε στίχους η Λίνα Νικολακοπούλου και επρόκειτο να τα δοκιμάσει αρχικά η Ελευθερία, αφού είχαμε ήδη μια εξαιρετική συνεργασία . Η Ελευθερία όμως δε μπόρεσε να τα προσεγγίσει. Μου άρεσε η ματιά που είχε η Λίνα με τον στίχο της πάνω στις μουσικές μου και ήθελα πολύ να προκύψει κάτι όμορφο και ξεχωριστό… Ακούγοντας την Αλεξίου να σιγοτραγουδά στην κουζίνα του τότε σπιτιού της, σε μια πρόβα, με έναν  τρόπο που με ξάφνιασε, αλλά και συγχρόνως ακούγοντας τον χαρακτήρα αυτής της φωνής επάνω στις μουσικές που είχα γράψει, είπα  στη Νικολακοπούλου να τα προτείνουμε σε εκείνη. Έτσι, άρχισε ένα σημαντικό κομμάτι του ταξιδιού!

-Μεγάλη  σας στιγμή στη δισκογραφία αποτελεί και το ‘Σαν Ηφαίστειο Που Ξυπνά’ το 1997, πάλι σε στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου, αλλά αυτή τη φορά με τη φωνή της Άλκηστης Πρωτοψάλτη. Τι αναμνήσεις έχετε από αυτή τη συνάντηση;

Τις καλύτερες! Θυμάμαι ότι τότε η Άλκηστις έκανε μεγάλη επιτυχία με τον Σταμάτη Κραουνάκη και τη Λίνα Νικολακοπούλου,  τόσο δισκογραφικά όσο και σε μουσικές σκηνές. Κάποια στιγμή μου πρότεινε η Λίνα να δοκιμάζαμε κάτι με την Άλκηστη. Ξάφνιασμα ωραίο… Η Πρωτοψάλτη, εκρηκτική φωνή με μοντέρνο χρώμα, κάτι ιδιαίτερο και ξεχωριστό. Η Νικολακοπούλου, ελεύθερη στοχάστρια με χαρακτηριστική αρμονία λέξεων. Συμπλήρωνε η μία την άλλη και εγώ που ήμουν προσανατολισμένος στην Αλεξίου, έπρεπε να  καθίσω δίπλα τους και να αρχίσω να παίζω νότες. Έτσι κι έγινε! Αυτό που μου άρεσε στην Πρωτοψάλτη ήταν ότι είχε μέσα της κάτι έντονα… ροκ. Συνεργαστήκαμε και έγινε αυτό που έγινε. Σημαντική δημιουργία και συνέχεια στο ταξίδι!

-Έχετε εκφραστεί ολοκληρωτικά ως συνθέτης? Ή υπάρχουν πράγματα που θέλετε να σας δοθεί ευκαιρία να τα πείτε;

Ποτέ δεν ολοκληρώνεται ο κύκλος. Πάντα έχεις να πεις κάτι μέσα από την μουσική. Αυτό που αποκτάς με την μουσική, είναι μια σταθερή σχέση μαζί της. Εμένα η σχέση μου με την μουσική είναι άρρηκτη και πολυδιάστατη. Ακούω συνεχώς μουσική και εμπνέομαι για να τοποθετούμαι με τα όπλα μου σε αυτά που μου υποκινούν τα συναισθήματά μου. Θέλω να πω και άλλα, και άλλα…

-Έχετε γράψει τραγούδια από την μία για την Μαρινέλλα, την Ελένη Βιτάλη, την Νάνα Μούσχουρη και τον Δημήτρη Μπάση και από την άλλη για τον Σάκη Ρουβά, τον Γιάννη Πλούταρχο και την Καίτη Γαρμπή. Πώς δένει αυτό το πάντρεμα;

Όσο και αν ακούγεται παράξενο, δένει μια χαρά. Έχω περιορισμένη σχέση με τον χώρο γενικά και κάποια στιγμή θέλησα να κοιτάξω και στην άλλη πλευρά του τραγουδιού και να δω τι συνέβαινε. Θέλησα να δοκιμάσω  με καλλιτέχνες άλλης φιλοσοφίας που πολλοί από αυτούς έχουν ερμηνεύσει εξαιρετικά τραγούδια. Η δική μου αισθητική παρέμεινε ως είχε. Αυτοί ήρθαν σε μένα και όχι εγώ σε αυτούς. Δεν μπαίνω στη λογική του να διαχωρίσω τη μουσική σε στρατόπεδα… Αυτοί οι κομπλεξισμοί συμβαίνουν μόνο στην Ελλάδα.

-Πώς κρίνετε το τοπίο στη σημερινή ελληνική μουσική;

Πιστεύω οτι η κρίση συνίσταται στο ότι έχει γίνει κακό στο τραγούδι. Το κοινό είναι σε σύγχυση. Το τραγούδι δεν είναι μόνο να σε διασκεδάζει, αλλά και να σε ξυπνάει. Σήμερα, δεν υπάρχουν  δισκογραφικές  που να επιτρέπουν σε νέο καλλιτέχνη να εισάγει νέα αισθητική. Το τραγούδι πλέον ανήκει στους επιχειρηματίες της νύχτας. Έχουμε  πληθώρα  τραγουδοποιών. Δεν υπάρχουν  συνθέτες και στιχουργοί, πλην ολίγων εξαιρέσεων, που να έχουν όραμα ενός έργου “τολμηρού” μουσικά και θεματολογικά. Είναι πολλοί πλέον οι τραγουδοποιοί που γράφουν και τραγουδούν οι ίδιοι τα τραγούδια τους και αυτό δηλώνει μουσικά μια αδυναμία. Όλοι ψάχνουν σήμερα κάτι μοντέρνο και ιδιαίτερο, απλά για να γίνουν επίκαιροι, αλλά εδώ και καιρό έχουν χάσει την ουσία. Στην ελληνική στιχουργία έχουν περάσει οι ποιητές Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Νίκος Γκάτσος, Μιχάλης Γκανάς, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Λίνα Νικολακοπούλου, Άλκης Αλκαίος, Κώστας Τριπολίτης. Στην ποίηση και τον λόγο θα βρει αποκούμπι ο άνθρωπος! Μέσα από την ποίηση θα λυθούν οι αμφιβολίες του κόσμου και όπως λέει ο Μ. Γκανάς: «Την ποίηση πρέπει να την βρεις, δεν θα σε βρει αυτή!»

-Ποιο είναι το προσωπικό σας καταφύγιο;

Το σπίτι μου και η μουσική.

-Πιστεύετε στο Θεό;

Όχι. Πιστεύω στη δύναμη του ανθρώπου.

-Υπάρχει κάτι που φοβάστε;

Δύο πράγματα φοβάμαι. Τη βία του θανάτου και την βία της αρρώστιας, καθώς δε θα ήθελα να συμβούν σε κάποιο από τα αγαπημένα μου πρόσωπα.

-Τι σας ενοχλεί στη σημερινή ελληνική κοινωνία;

Η υποκρισία, το κυνήγι του προσωπικού συμφέροντος, οι βαθιά ακαλλιέργητοι και η έλλειψη παιδείας.

-Τι σας  έρχεται στο μυαλό όταν ακούτε τα παρακάτω ονόματα;

Αντώνης Τουρκογιώργης: ροκ σταρ
Γιάννης Σπάθας: μεγάλη κιθάρα
Λίνα Νικολακοπούλου: ανοιχτός ορίζοντας
Χάρις Αλεξίου: ιέρεια
Άλκηστις Πρωτοψάλτη:  βράχος στο Αιγαίο
Μαρινέλλα: τραγουδίστρια με έξι χέρια και τέσσερα πόδια
Γιώργος Νταλάρας: ο τραγουδιστής με καθαρά λόγια
Νίκος Μωραΐτης: έξυπνος και ταλαντούχος
Ελεάνα Βραχάλη: ευαίσθητη φιγούρα

-Κύριε Αντύπα σας ευχαριστώ πολύ για την επικοινωνία μας.

Και εγώ σε ευχαριστώ.