ADVERTISING

Συνέντευξη: Γιώργος Χατζηνάσιος

Ένας από τους μεγαλύτερους συνθέτες, μιλάει στο StraightOnMusic για τη ζωή και τη μουσική πορεία του.
Γιώργος Χατζηνάσιος
Γιώργος Χατζηνάσιος

[dropcap]Ο[/dropcap] Γιώργος Χατζηνάσιος ανήκει στους συνθέτες που δραστηριοποιήθηκαν έντονα τις χρυσές δεκαετίες του ’70 και του ’80, την περίοδο που η ελληνική δισκογραφία ήταν στο ζενίθ της. Έχει συνεργαστεί με ονόματα όπως η Νάνα Μούσχουρη, η Δήμητρα Γαλάνη, η Μαρινέλλα, ο Μανώλης Μητσιάς και ο Δημήτρης Μητροπάνος. Έχει γράψει μουσική για το σινεμά, το θέατρο, την τηλεόραση αλλά και για τη Eurovision, με μουσική αποσκευή του το περιβόητο ‘Μάθημα Σολφέζ’. Είχα τη χαρά να βρεθώ μαζί του ένα σαββατιάτικο πρωινό και να μιλήσουμε για τις ξεχωριστές στιγμές της ζωής του. 

-Τι σας οδήγησε στη μουσική;

Η επιρροή του  πατέρα μου, ο οποίος ήταν μουσικός, ένας από τους καλύτερους σαξοφωνίστες των Βαλκανίων εκείνη την εποχή. Όταν ήμουν έξι χρονών με ρώτησε τι όργανο θα ήθελα να μάθω. Ήμουν ανάμεσα στο πιάνο και στο βιολί… Τελικά, όμως, διάλεξα το πιάνο.

-Γιατί διαλέξατε το πιάνο;

Εδώ υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Όταν ήμουν μικρό παιδί, στο σπίτι του πατέρα μου ερχόντουσαν διάφοροι μουσικοί. Οι μουσικοί που έπαιζαν βιολί είχαν ένα σημάδι στο λαιμό που έμοιαζε με έκζεμα λόγω του τρόπου που στήριζαν το βιολί στο λαιμό τους. Στα παιδικά μου μάτια τότε αυτό είχε αποτυπωθεί με άσχημο τρόπο και έτσι δεν ήθελα ούτε κατά διάνοια να ασχοληθώ με το βιολί. Έτσι, λοιπόν, κατέληξα στο πιάνο.

-Μετά  από την επιλογή του οργάνου ήρθαν και οι μουσικές σπουδές.

Όπως είναι αναμενόμενο για κάθε άνθρωπο που ξεκινάει να ασχολείται με κάποιο όργανο. Αρχικά, γράφτηκα στο Μακεδονικό Ωδείο Θεσσαλονίκης, έπειτα βρέθηκα στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια ολοκλήρωσα τις σπουδές μου στο Ωδείο Αθηνών και το Εθνικό Ωδείο. Παράλληλα, όμως, με το Ωδείο, στα 14 χρόνια μου δούλευα σε ένα καμπαρέ ως πιανίστας. Με αυτή μου τη δουλειά γνώρισα ένα διαφορετικό κόσμο σε σχέση με τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας μου και κατάφερνα να βγάζω τα δικά μου χρήματα. Όχι τίποτα σπουδαίο αλλά για μένα ήταν σημαντικό.

-Πώς ήταν τα πράγματα στο καμπαρέ;

Ήταν μια ιδιαίτερη εμπειρία για μένα που ήμουν πιτσιρικάς τότε. Υπήρχε μουσική, ποτό, γυναίκες που χόρευαν… Στα μάτια ενός παιδιού που έρχεται από ένα διαφορετικό κόσμο αυτό έμοιαζε με περιπέτεια. Εμένα δε με επηρέαζε αυτό το κλίμα βέβαια, αφού εγώ ήμουν μουσικός εκεί. Το πιάνο ήταν η ασχολία μου εκεί. 

-Ποιά ήταν τα μουσικά σας ακούσματα;

Άκουγα αποκλειστικά τζαζ μουσική. Ήταν το πάθος μου. Όπως και τώρα βέβαια. Άκουγα και κλασσική μουσική. Μπετόβεν, Μότσαρτ, Σοπέν και άλλους μεγάλους μουσουργούς. Το μόνο που δεν με ενδιέφερε τότε καθόλου ήταν η ελληνική μουσική.

-Η τζαζ ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τις σπουδές σας στο ωδείο. Πώς τα συνδυάζατε;

Κινδυνεύοντας… Ήταν νόμος του ωδείου να μην παίζεις άλλα μουσικά είδη. Και άλλα όργανα επίσης. Αλλά στο θέμα των μουσικών ειδών οι κλασσικοί καθηγητές ήταν αμείλικτοι. Ήταν σαν το κρυφό σχολειό για μένα η τζαζ. Όμως, μου άνοιξε ορίζοντες και στην πορεία μου ως συνθέτης. Με βοήθησε να δημιουργήσω εισαγωγές στα τραγούδια μου οι οποίες κάποιες φορές ήταν καλύτερες και από τα ίδια τα τραγούδια.

Μου αναφέρατε την επιρροή του πατέρα σας αλλά πέρα από τη καθοδήγησή του διέκρινε και τη κλίση σας στη μουσική.

Μα βέβαια υπήρχε η κλίση. Αλλά υπήρχε και η μελέτη. Ήμουν πολύ μελετηρός. Με αυστηρό ωράριο που το τηρούσα κατά γράμμα.

-Πόσο  σημαντική είναι η μελέτη για κάποιον μουσικό;

Πάρα πολύ σημαντική. Το πιο σημαντικό πράγμα ίσως στη πορεία και την καριέρα ενός μουσικού. Το ταλέντο είναι ένα χάρισμα που σου δίνεται, αλλά πρέπει να μελετάς για να το καλλιεργείς και να το εξελίσσεις.

-Μελετάτε σήμερα;

Ακόμα και τώρα φαντάσου που δεν είμαι τόσο ενεργός μουσικά, μελετάω περίπου δύο ώρες τη μέρα στο πιάνο. Για να μπορώ να έχω δεξιοτεχνία και να μπορώ αυτό που σκέφτομαι να μεταφράζεται στα δάχτυλά μου αμέσως, χωρίς δεύτερη σκέψη. 

-Τι απαιτεί η ζωή ενός σολίστα;

Αρχικά, το να γίνεις σολίστας απαιτεί μια καλή οικονομική κατάσταση. Να έχεις, δηλαδή, τη δυνατότητα να πας στο εξωτερικό για μετεκπαίδευση. Λόγω οικονομικής κατάστασης εγώ, και να ήθελα, δε θα μπορούσα να το κάνω αυτό. Συν του ότι και η ιδιοσυγκρασία μου ήταν διαφορετική με εκείνη ενός σολίστα. Από εκεί και πέρα, ο σολίστας πρέπει να αφιερώνει καθημερινά οκτώ ώρες μελέτης για να συντηρεί το ρεπερτόριο που έχει μάθει. Όχι, δηλαδή, μόνο τα κομμάτια που πρόκειται να παίξει σε μια συναυλία. Και φυσικά η ζωή ενός σολίστα αναγκαστικά απαιτεί συχνές μετακινήσεις για συναυλίες και κονσέρτα. Ο σολίστας είναι αεικίνητος.

-Πότε γίνανε οι πρώτες συνθέσεις σας;

Παράλληλα με τις σπουδές στο Ωδείο και με την ενασχόλησή μου με τις ορχήστρες, πήγαινα και σε διάφορα στούντιο και παρακολουθούσα ηχογραφήσεις. Αρκετές φορές βοηθούσα μουσικούς και γνωστούς συνθέτες σε ενορχηστρώσεις. Αυτό το παρατήρησε ο παραγωγός Σπύρος Ράλλης και με παρακίνησε να ασχοληθώ με τη σύνθεση γράφοντας τα δικά μου τραγούδια. Ο Ράλλης ήταν σύζυγος της στιχουργού Σέβης Τηλιακού, η οποία μου έδωσε τους πρώτους στίχους που δούλεψα. Έτσι ξεκίνησε η ιστορία.

-Ποιό έκανε μεγάλη επιτυχία από τα τραγούδια που δημιουργήσατε μαζί;

Αυτό που έκανε μεγάλη επιτυχία πρώτο ήταν το ‘Κρίμα Το Μπόι Σου’ που ερμήνευσε η Μαρινέλλα. Ήταν το τραγούδι της ομώνυμης ταινίας η οποία αρχικά είχε άλλο τίτλο αλλά λόγω της επιτυχίας του τραγουδιού πήρε τον τελικό τίτλο.

-Μετά ήρθαν και άλλες μουσικές δουλειές. Ποιές ξεχωρίζετε;

Είχα την τύχη να συνεργαστώ με κορυφαίους ερμηνευτές. Ξεχωρίζω τις συνεργασίες με τη Βίκυ Μοσχολιού, τον Δημήτρη Μητροπάνο, τον Γιάννη Κούτρα, τον Γιάννη Πάριο, τη Δήμητρα Γαλάνη, την Τάνια Τσανακλίδου και τη Νάνα Μούσχουρη. Αλλά και οι συνεργασίες με σπουδαίους στιχουργούς μου έδωσαν πολλά πράγματα. Στιχουργοί όπως ο Νίκος Γκάτσος, η Σέβη Τηλιακού, ο Μάνος Ελευθερίου, η Λίνα Νικολακοπούλου, ο Μιχάλης Μπουρμούλης, η Σώτια Τσώτου. 

-Πώς ήταν τα πράγματα τότε στο χώρο της δισκογραφίας;

Καταρχήν, έπρεπε να είσαι μουσικός και να μπορείς να κάνεις τις ενορχηστρώσεις ο ίδιος. Στη συνέχεια, αυτό καταρρίφθηκε και ο συνθέτης που υπέγραφε μουσικά το δίσκο έδινε την ανάληψη της ενορχήστρωσης σε άλλο μουσικό. Αυτό εμένα με ενόχλησε. Δημιούργησε κατά τη γνώμη μου το κλίμα μιας ευκολίας στη παραγωγή του δίσκου. Έδωσε τη δυνατότητα να μπουν διάφοροι μέσα στη διαδικασία παραγωγής και το αποτέλεσμα να μην είναι καλό. Όπως, επίσης, με ενόχλησε η καθιέρωση του ονόματος του τραγουδιστή στο εξώφυλλο ενός δίσκου και η μη αναφορά των δημιουργών. Όχι για λόγους ματαιοδοξικούς επειδή εγώ είμαι συνθέτης, αλλά για την τάξη των πραγμάτων. Ξέρουμε όλοι ποιός τραγουδάει το τραγούδι αλλά δείχνουμε παντελή άγνοια για τους δημιουργούς. Στις δισκογραφικές δουλειές των προηγούμενων δεκαετιών αυτό δε συνέβαινε. Αυτός ο λόγος με έκανε να σταματήσω να έχω τις επαφές που είχα με τις εταιρείες. 

-Πότε κυκλοφόρησε τελευταία φορά δισκογραφική σας δουλειά κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις στο εξώφυλλο;

Το 1992, όταν κυκλοφόρησα ένα δίσκο με τον Γιάννη Πάριο, την ‘Επίθεση Αγάπης’. Όταν η εταιρεία με ενημέρωσε ότι το καθεστώς σε σχέση με το εξώφυλλο πρέπει να αλλάξει, εγώ τους ενημέρωσα πως το συμβόλαιο είχε υπογραφεί πριν την απόφαση αυτή και έπρεπε να τηρηθεί. Ήταν η τελευταία φορά που συνεργαστήκαμε με τον όρο αυτό.

-Δε  συνεργαστήκατε ξανά με την εταιρεία αυτή;

Όχι. Όπως το είπα, έτσι και έγινε. 

-Σας ενδιέφερε η αναγνωρισιμότητα και η δόξα μέσα από τη δουλειά σας;

Όχι. Δε με ενδιέφερε η προβολή του εαυτού μου, ούτε από τα ΜΜΕ, ούτε από τη δουλειά μου. Αυτό που με ενδιέφερε μόνο, ήταν να κάνω καλά την εργασία μου στη μουσική. Ήμουν ταγμένος σε αυτό.

-Τι σας ενοχλεί στη σημερινή κοινωνία;

Η έλλειψη παιδείας που κρύβεται στην καρδιά της ελληνικής κοινωνίας. Και μη νομίζετε ότι αυτό επικρατεί μόνο στη χώρα μας. Είναι παγκόσμιο το φαινόμενο της κρίσης αξιών, της έλλειψης πολιτισμού και της απαιδευσίας. Θεωρώ πως στην Ελλάδα υπήρξε μια απέραντη συνωμοσία πολλών μέτριων ανθρώπων. Και αυτό έφερε θανάσιμα αποτελέσματα σε πολλούς τομείς. 

-Υπήρξε κάτι που σας ενόχλησε σε κάποια κριτική;

Αυτό που με ενοχλούσε σε διάφορες κριτικές των δίσκων μου ήταν η άγνοια των κριτικών στο ζήτημα της ενορχήστρωσης. Οι κριτικοί και οι δημοσιογράφοι, είτε από άγνοια είτε από αδιαφορία, δεν έδιναν την απαιτούμενη προσοχή στο θέμα της ενορχήστρωσης. Μπορεί να μη γίνεται κουβέντα για αυτό συχνά, αλλά η ενορχήστρωση είναι ένα βασικό στοιχείο της παραγωγής ενός δίσκου. Οι κριτικοί σχολίαζαν το αν ήταν καλός ή κακός ο δίσκος συνολικά, δηλαδή από πλευράς σύνθεσης, στίχου και ερμηνείας, αλλά δεν έγραφαν ούτε μια λέξη για την ενορχήστρωση. Σχόλια για τις ενορχηστρώσεις μου εισέπραττα μόνο από μουσικούς. Σε σχέση με τις εισαγωγές, τα κουπλέ και τα ρεφρέν.

-Η ενορχήστρωση ήταν δική σας στις δουλειές σας;

Ναι, ο ίδιος αναλάμβανα να επιλέξω τα όργανα που θα έντυναν τα τραγούδια των δίσκων μου. Εντελώς ενστικτωδώς, όμως, και χωρίς καμία συγκεκριμένη πρόθεση… Μη φανταστείς ότι ένας ενορχηστρωτής σκέφτεται με τη μέθοδο του εντυπωσιασμού. Αν έχει κάτι τέτοιο στο μυαλό του, τότε το κάνει μόνο για να εντυπωσιάσει τους μουσικούς και όχι το κοινό. Το κοινό διαλέγει και αγαπάει ένα τραγούδι κατά βάση από το στίχο. Η μουσική έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Δεν μπορεί να την αντιληφθεί τόσο σε βάθος ο μέσος ακροατής.

-Υπάρχουν τραγούδια που με κακή μουσική έκαναν επιτυχία χάρη στο στίχο;

Φυσικά, πάρα πολλά.

-Το ανάποδο έχει συμβεί;

Όχι, εκτός αν μιλάμε για την υπόθεση των σάουντρακ, των μουσικών σε κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές όπου δεν υπάρχει στίχος αλλά μόνο μελωδία.

-Έχετε γράψει τέτοιου είδους μουσική. Για τηλεόραση, κινηματογράφο και θέατρο. Είναι δύσκολη η διαδικασία της προσαρμογής στο εκάστοτε ύφος που απαιτείται;

Σε αυτήν την περίπτωση η καθοδήγηση έρχεται από το σενάριο και τον σκηνοθέτη. Δεν είναι κάτι ιδιαίτερα δύσκολο. Προσωπικά μου εξηγούσε ο σκηνοθέτης της σειράς, της ταινίας ή της παράστασης την ιστορία του έργου και ανάλογα με τις σκηνές έγραφα ανάλογα μουσικά θέματα. Μου δινόταν και ο  χρόνος που διαρκούσε η κάθε σκηνή ώστε να τηρώ το περιθώριο και να μην το ξεπερνάω.

-Ποιά μουσικά θέματα ξεχωρίζετε;

Τη μουσική που έγραψα για το ‘Ένα Γελαστό Απόγευμα’ του Ανδρέα Θωμόπουλου, τη ‘Γλυκιά Συμμορία’ του Νίκου Νικολαΐδη, το ‘Τμήμα Ηθών’ και το ‘Άγγιγμα Ψυχής’ του Μανούσου Μανουσάκη. 

-Τι έκανε τα τραγούδια σας διαχρονικά;

Η διαχρονικότητα στα τραγούδια έρχεται από το πάντρεμα της μουσικής, με το στίχο και τη φωνή. Και φυσικά η κάθε ιδιότητα πρέπει να δίνεται σε ξεχωριστό καλλιτέχνη για να μπορεί να έρθει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Δεν μπορεί κάποιος να γράψει και τη μουσική και το στίχο. Όλα μαζί δεν μπορούν να βγάλουν καλό αποτέλεσμα από έναν και μόνο άνθρωπο. 

-Ο Σαββόπουλος δεν είναι μια τέτοια περίπτωση;

Είναι ο μοναδικός…

-Υπάρχουν τραγούδια σας που αδικήθηκαν;

Πάρα πολλά… Αυτή τη στιγμή μου έρχεται στο μυαλό το ‘Μόνο Εσένα Έχω’ και το  ‘Και Άσ’τους Άλλους’ από την ‘Επίθεση Αγάπης’ με τον Γιάννη Πάριο. Από την ίδια δουλειά, ο ίδιος ο Πάριος δεν είχε πάρει με καλό μάτι στην αρχή το ‘Ποιός Να Συγκριθεί Μαζί Σου’, το οποίο έγινε η μεγάλη επιτυχία του δίσκου.

-Ποιά δισκογραφική δουλειά σας θεωρείτε πως είναι η αντιπροσωπευτική σας;

Η ‘Ενδεκάτη Εντολή’ σε στίχους Νίκου Γκάτσου και ερμηνεία της αξεπέραστης Νάνας Μούσχουρη. Θεωρώ ότι είναι η κορυφαία μου δουλειά. Ο μισός δίσκος ηχογραφήθηκε στην Ελλάδα και ο άλλος μισός στο Γαλλία. Ήταν ένας πολύ καλά δουλεμένος στίχος.

-Ετοιμάζετε κάτι αυτό το καιρό;

Ετοιμάζω την όπερα Ελ Γκρέκο η οποία θα παιχτεί τον Μάιο στο Μέγαρο Μουσικής. Είναι μια δύσκολη δουλειά, καθώς απαιτεί συνεργασία και συντονισμό πολλών ανθρώπων. 

-Τι σας έρχεται στο μυαλό όταν ακούτε τα παρακάτω ονόματα;

Λευτέρης Παπαδόπουλος: υβριστής των αγαπημένων του φίλων

Νίκος Γκάτσος: η ακραία διανόηση

Κώστας Τριπολίτης: ο επαναστάτης χωρίς αιτία

Λίνα Νικολακοπούλου: η σπουδαία νεωτερίστρια του στίχου

Μιχάλης Μπουρμπούλης: βρήκε την Ιθάκη του

Μαρινέλλα: η άνοιξη της δισκογραφίας μου

Βίκυ Μοσχολιού: μια γυναίκα μάγκας

Δημήτρης Μητροπάνος: φωνή χωρίς λιμπράτο

Γιάννης Πάριος: ποιός να συγκριθεί μαζί του

-Κύριε Χατζηνάσιο σας ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας.

Και εγώ ευχαριστώ. Να είστε καλά.